πώρωση

πώρωση
η
1. απολίθωση.
2. αναισθησία.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • πώρωση — η / πώρωσις, ώσεως, ΝΑ [πωρῶ, ώνω] 1. απολίθωση 2. συγκόλληση και θεραπεία κατάγματος ενός οστού με τον σχηματισμό οστέινου πώρου 3. μτφ. πλήρης ηθική αναισθησία, ασυνειδησία αρχ. (κατά τον Ησύχ.) «ἐξ ὀστέων σύμφυσις καὶ σύνδεσμος» …   Dictionary of Greek

  • συμπωρώ — όω, Α 1. συνενώνω με πώρωση 2. παθ. συμπωροῡμαι, όομαι (για νεφρά) γίνομαι συμπαγής με την πώρωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + πωρῶ (< πῶρος)] …   Dictionary of Greek

  • κτηνωδία — και χτηνωδία, η (AM κτηνωδία, Α και κτηνώδεια) [κτηνώδης] η κατάσταση τού κτηνώδους νεοελλ. μσν. ηθική πώρωση, βαναυσότητα, χυδαιότητα, απανθρωπιά …   Dictionary of Greek

  • πώρωμα — το, ΝΑ [πωρῶ, ώνω] νεοελλ. η πώρωση αρχ. κάλος, τύλος …   Dictionary of Greek

  • ψευδάρθρωση — η, Ν ιατρ. συμπτωματική ένωση τών δύο άκρων ενός κατάγματος, με εμφάνιση στοιχείων που θυμίζουν άρθρωση και κάνουν αδύνατη την οριστική πώρωσή του. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. pseudarthrose (< ψευδ[ο] * + άρθρωση)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”